αναδημοσίευση από : www.koutipandoras.gr

Δημοσιευμένο στις 16 Φεβ 2012

Συντάκτης: Κώστας Βαξεβάνης

Ευτυχώς ο Σόιμπλε δεν ξέρει ελληνικά. Έτσι μάλλον δεν θα του κοινοποιηθεί ο πλούτος όσων θα γραφούν αυτές τις μέρες εναντίον του. Ο υπουργός Οικονομίας της Γερμανίας, είναι πραγματικά από τους πιο συντηρητικούς πολιτικούς στην Ευρώπη. Οι πολιτικές του θέσεις επεκτείνονται από την υποστήριξη των βομβαρδισμών στο Ιράκ, έως την αποδοχή του Γκουαντάναμο και την επέμβαση του γερμανικού στρατού στις διαδηλώσεις στην Γερμανία. Στην Ελλάδα από την Τετάρτη έχει μετατραπεί στον κακό λύκο στο παραμύθι όπου κινδυνεύει η ελληνική κοκκινοσκουφίτσα. Αφού υπέγραψε το μνημόνιο βέβαια.

Ο Σόιμπλε θα καταδειχθεί ως η αιτία των κακών. Ο σάκος του μποξ για τις «πατριωτικές» κραυγές που θα προσπαθήσουν να δημιουργήσουν εικόνα εθνικής υπερηφάνειας με την αντιπαράθεση μαζί του. Αφού υπέγραψαν το μνημόνιο, ξαναλέω. Στο τέλος βέβαια, οι κυνηγοί του έθνους, θα σκοτώσουν τον κακό λύκο-Σόιμπλε και θα βγει από την κοιλιά του ,τροφαντό και εν ζωή το θύμα του. Ο Βενιζέλος-κοκκινοσκουφίτσα, για να κάνει δηλώσεις σωτηρίας.

Η στάση του Σόιμπλε, μπορεί να εξηγηθεί με πολλούς τρόπους. Δια των δηλώσεων και των απαιτήσεών του, το γερμανικό οικονομικό κατεστημένο βάζει το μάξιμουμ των απαιτήσεων απέναντι σε μια υποτακτική κυβέρνηση που δεν τόλμησε να κάνει διαπραγματεύσεις ακόμη και όταν είχε τη δυνατότητα. Υπάρχει πιθανότητα, ο Σόιμπλε απλώς να καθησυχάζει τις φωνές του κατεστημένου (πρόεδρος Bosch πχ),που ζητούν την έξοδο της Ελλάδας από ευρωζώνη) και την τιμωρία της μέσα από μια λογική οικονομικού προτεσταντισμού (αμαρτήσατε θα τιμωρηθείτε).

Το πρόβλημα δεν είναι ο Σόιμπλε, η λεπτομέρεια, αλλά το κάδρο. Η γενική εικόνα. Σε αυτή την εικόνα, η Ελλάδα θα είναι εκτός ΕΕ και πτωχευμένη. Ο φόβος δηλαδή που χρησιμοποιήθηκε για την υπογραφή του μνημονίου θα είναι το αποτέλεσμα που εκ των πραγμάτων θα προκύψει αλλά χειρότερα.

Η ΕΕ είναι πλέον μια προβληματική κατάσταση και το ευρώ περισσότερο. Η Γερμανία έχει τρεις επιλογές:

Επιλογή πρώτη: Προτείνει η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποτελέσει μια πραγματική οικονομικοπολιτική ολοκλήρωση και όχι μια τεχνητή νομισματική ένωση. Όπως οι ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει κεντρικές πολιτικές αποφάσεις, ενιαία οικονομική πολιτική και βέβαια μεταφορά των χρεών στην Ένωση και των πλεονασμάτων στις περιοχές που έχουν ανάγκη.

Επιλογή δεύτερη: Διαλύει την ΕΕ και δημιουργεί μια νέα ολοκλήρωση με τις βόρειες χώρες με τις οποίες εμφανίζει οικονομικές αντιστοιχίες.

Επιλογή τρίτη: Αποχωρεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ βέβαια, θεωρώντας πως δικαιούται να εισπράξει μόνη τα αποτελέσματα της γερμανικής οικονομικής ευρωστίας. Εδώ μπαίνουν άλλα θέματα βέβαια αλλά ελπίζει ότι θα τα επιλύσει στο μέλλον.

Το πρώτο σενάριο είναι απίθανο. Γιατί η Γερμανία και η Γαλλία να δεχθούν τα χρέη των άλλων και να μοιράσουν τα πλεονάσματα; Είναι πολύ ευρωπαϊκό σενάριο για να είναι αληθινό. Στις δύο άλλες περιπτώσεις, η Ελλάδα είναι εκτός ευρώ και πτωχευμένη. Γιατί το μνημόνιο την έχει οδηγήσει στην ύφεση, με ένα χρέος (λόγω αγγλικού δικαίου) που δεν μπορεί να κουρέψει.

Η χώρα έχασε την ευκαιρία να κηρύξει στάση πληρωμών μέσα στο ευρώ, να απειλήσει έστω, αποκτώντας την διαπραγματευτική δυνατότητα που θα εξασφάλιζε κούρεμα του χρέους και στη συνέχεια μια αναπτυξιακή πολιτική. Αυτό που συνέβη είναι τραγικό. Κατάφεραν να δημιουργήσουν στην κοινή γνώμη την εντύπωση πως η στάση πληρωμών, είναι η «πτώχευση» άρα η φτώχεια της Ελλάδας. Ενώ είναι η απόφαση να μην πληρώνεις τους δανειστές.

Το σύνολο των νέων δανείων μας πάνε σε αποπληρωμή παλιών τόκων και την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Στην πραγματικότητα των τραπεζιτών στους οποίους θα δώσουμε λεφτά για να καλυφθούν οι μαύρες τρύπες που προέκυψαν από θαλασσοδάνεια στον εαυτό τους και καταχρήσεις δισεκατομμυρίων, χωρίς να πάρουμε μετοχές. Παραδόξως ο αγαπημένος νόμος της αγοράς, παύει να ισχύει και το κράτος γίνεται κρυφοκομμουνιστής.

Στην επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε τις προηγούμενες ημέρες για το πόσο κακιά είναι η «άτακτη χρεοκοπία» συναντάς τεράστιους δράκους άγνοιας που μέσα από τη λεκτική σύγχυση προσπαθούν να φτάσουν σε πολιτικά συμπεράσματα. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση κάποιου αλβανού συναδέλφου που ζει στην Ελλάδα. Στο blog του (το οποίο παρακολουθώ και μάλιστα μ’ αρέσει) έχοντας προφανώς και ο ίδιος τη σύγχυση μεταξύ φτώχιας σε μιας χώρα και στάσης πληρωμών (πτώχευσης) έγραψε ένα κομμάτι στο οποίο περιέγραφε με μελανά χρώματα ό,τι έζησε στην Αλβανία μετά την πτώση του καθεστώτος. Πήγαινες, γράφει, να πάρεις ψωμί από τον φούρνο και δεν υπήρχε φούρνος. Ξύπναγες και έλειπαν τα κεραμίδια του σπιτιού σου. Δεν περιγράφει καμία στάση πληρωμών γιατί απλώς δεν υπήρξε τέτοια. Περιγράφει την φτώχεια στην Αλβανία λόγω άλλων παραγόντων. Αυτό λοιπόν το άρθρο, ο σεμνός συνάδελφος, το είδε να γίνεται μπεστ σέλερ στα μεγαλύτερα site της χώρας, τα οποία και προχώρησαν στην επιχειρηματολογία «να ψηφιστεί το μνημόνιο να μην γίνουμε Αλβανία».

Η χρεοκοπία δεν είναι φτώχεια προφανώς. Αντιθέτως στην κρίση που δεν επιλύεται με στάση πληρωμών, ένα κομμάτι του πληθυσμού πεινάει, ενώ ακόμη και αυτοί που έχουν αποταμιεύσεις, φοβούνται να τις εκθέσουν σε οποιαδήποτε παραγωγική διαδικασία με τον φόβο του αβέβαιου μέλλοντος. Δηλαδή υποφέρει όλη η χώρα.

Χρησιμοποιήθηκε ακόμη και το επιχείρημα «τι θα τρώμε» αφού θα πηγαίναμε σε χρεοκοπία. Ό,τι και τώρα είναι η απλή απάντηση. Αφού τίποτα από τα δάνεια δεν πάει στη χώρα αλλά στην πληρωμή δανείων, θα ζούσαμε με αυτά που ζούμε και τώρα. Απείλησαν ακόμη και με έλλειψη πετρελαίου και τροφίμων. Μα το κράτος δεν είναι αυτό που αγοράζει πια πετρέλαιο και τρόφιμα. Το κάνουν οι εταιρείες.

Υπολογίζεται πως μια κίνηση στάσης πληρωμών θα επηρέαζε αρνητικά το ΑΕΠ κατά 0,5%. Με το μνημόνιο θεωρείται βέβαιο πως θα φτάσουμε στο 2%.

Τώρα λοιπόν η κοκκινοσκουφίτσα τριγυρνάει στο δάσος και τσιρίζει πως θα την φάει ο λύκος. Το τραγικότερο όλων είναι πως όταν θα αναγκαστούμε να πάμε σε χρεοκοπία (τότε ναι, θα είναι άτακτη γιατί δεν θα την έχουμε επιλέξει, αλλά θα την επιβάλουν),το χρέος μας δεν θα μπορεί να κουρευτεί λόγω του μνημονίου. Και όσοι το υπέγραψαν θα λένε «είδατε τι πάθαμε με την χρεοκοπία;». Μη λέγοντας βέβαια πως δεν ήταν η χρεοκοπία που εμείς επιλέξαμε την κατάλληλη στιγμή. Η κοκκινοσκουφίτσα βεβαίως θα μεγαλώνει μια χαρά. Θα έχει αποθέματα, καταθέσεις και ίσως υπομονή να πάρει μέρος και στο παραμύθι του μέλλοντος.

Απόλυτη αποτυχία

Φεβρουαρίου 19, 2012

αναδημοσίευση από : inprecor.gr

Η αίσθηση που αποκομίζει κανείς συνομιλώντας, ακούγοντας και κοιτώντας γύρω του είναι η απόλυτη επιφυλακτικότητα με την οποία η κοινωνία αντιμετωπίζει τις πολιτικές δυνάμεις στο σύνολό τους, ειδικότερα όμως αυτές που στηρίζουν το συνονθύλευμα που ονομάζεται «κυβέρνηση Παπαδήμου». Αυτή η αίσθηση αποτυπώνεται σαφέστατα και στα αποτελέσματα όλων των δημοσκοπήσεων.

Κάπως έτσι δημιουργείται το πολιτικό αδιέξοδο: Τα συγκυβερνώντα κόμματα, διεκδικώντας την εμπιστοσύνη της τρόικας, έχασαν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Από την άλλη πλευρά, η Αριστερά εξακολουθεί να… παρελαύνει διαιρεμένη εντείνοντας το αδιέξοδο. Όλα αυτά μαζί περιγράφουν μια – επί της ουσίας – κρίση νομιμοποίησης.

Οι πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες συνυπογράφουν αποφάσεις που θα σφραγίσουν το μέλλον της χώρας για δυο – τρεις γενιές, δεν εκφράζουν τη λαϊκή βούληση. Ταυτόχρονα η αδυναμία δημιουργίας μιας αριστερής συμπαράταξης, η οποία θα κινητοποιούσε και θα εξέφραζε τα αιτήματα του ελληνικού λαού ανατρέποντας την πολιτική των τοκογλύφων δανειστών, εκμηδενίζει κάθε δυνατότητα αντίστασης και οδηγεί την κοινωνία στην απογοήτευση και στο περιθώριο.

Αυτό που απαιτείται, αν πράγματι κοιτάξει κανείς τα πράγματα από την πλευρά των συμφερόντων της χώρας και του λαού της, είναι ένα πειστικό, εφαρμόσιμο σχέδιο – πρόταση διεξόδου από τη μέγγενη. Και τέτοιο σχέδιο δεν έχει κανείς τους.

Παπανδρέου, Σαμαράς, Καρατζαφέρης έχουν επενδύσει στη διάσωση μέσω μνημονίων. Μια επένδυση που αποδίδει (οικονομικά και πολιτικά) μόνο καταστροφή. Ο δημοφιλής, αυτήν την περίοδο, Κουβέλης ποντάρει στη μετατροπή του κόμματός του σε κολυμβήθρα του Σιλωάμ για μετανοούντες ΠΑΣΟΚους. Ο Τσίπρας ταλαντεύεται στο τεντωμένο σχοινί των πολύπλοκων συσχετισμών του ΣΥΡΙΖΑ και η Παπαρήγα δηλώνει ότι όλα θα τακτοποιηθούν όταν έρθει ο σοσιαλισμός…

Εν τω μεταξύ μεγαλώνουν συνεχώς οι δείκτες της ελληνικής φτώχειας και της εξαθλίωσης, οι οποίοι είναι ήδη κορυφαίοι στην Ε.Ε. Σύμφωνα με την Eurostat, το 2010 το 27,7% του πληθυσμού ή 3,031 εκατομμύρια Έλληνες ζούσαν στο όριο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Αυτοί οι αριθμοί, πολύ περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, περιγράφουν την απόλυτη αποτυχία του πολιτικού συστήματος…

«Πριν» 5. 2. 2012

Του Νίκου Γουρλά

Το 2011 ήταν η χειρότερη χρόνια για τους εργαζόμενους μετά από πολλές δεκαετίες. Έζησαν την πιο βάρβαρη επίθεση των δυνάμεων του κεφαλαίου και των πολιτικών τους εκπροσώπων στη χώρα μας και στην Ευρώπη. Οι χιλιάδες απολύσεις, η εκ περιτροπής εργασία, οι μονομερείς μειώσεις μισθών, οι ατομικές συμβάσεις εργασίας, οι πολύμηνες καθυστερήσεις πληρωμών, τα λουκέτα και το πέταγμα εργαζομένων στο δρόμο, μαζί με τον εργοδοτικό «τσαμπουκά» και τον περιορισμό κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων είναι μερικά μόνο στοιχεία της καπιταλιστικής κρίσης που διαμορφώνουν μια νέα πραγματικότητα στην εργατική τάξη και το κίνημά της.

Ο μεταπολιτευτικός συνδικαλισμός, έτσι όπως διαμορφώθηκε στην δεκαετία του ’80 (στηριγμένος στην διαχείριση, στην ανάθεση, τον κατακερματισμό, τον κομματισμό, και σε μια ιδιόμορφη συνδικαλιστική εργατική αριστοκρατία που ηγεμόνευε μέσω των ΔΕΚΟ) και εδραιώθηκε γραφειοκρατικοποιώντας το συνδικαλιστικό κίνημα και με την συναίνεση της Αριστεράς ειδικά την περίοδο των κυβερνήσεων Τζαννετάκη και Οικουμενικής, είναι πια παρελθόν. Αμήχανοι οι γραφειοκράτες βλέπουν να χάνεται η γη κάτω από τα πόδια τους, αφενός γιατί οι μέχρι τώρα «κοινωνικοί εταίροι» δεν είναι πια σε καμιά περίπτωση «εταίροι». Αφενός, οι γραφειοκράτες δεν αποτελούν κανενός είδους απειλή για αυτούς, αφετέρου αυτό που ενδιαφέρει την εργοδοσία είναι να περάσει τις επιταγές της Τρόικα χωρίς καμιά διαπραγμάτευση, κινεζοποιώντας τους μισθούς διαλύοντας την όποια προστασία στην εργασία και στο ασφαλιστικό σύστημα. Την ίδια ώρα αμφισβητούνται από μεγάλες μάζες εργαζομένων, που αποτελούσαν τις συνδικαλιστικές κομματικές τους βάσεις.

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δέχτηκε ένα σοβαρό πλήγμα, αφού με την ουσιαστική κατάργηση των κλαδικών συμβάσεων χάνει ένα σημαντικό στοιχείο συγκρότησης, δράσης και συσπείρωσής της. Ειδικά εκεί, που η μοναδική σχεδόν δράση τους ήταν η υπογραφή ΣΣΕ και η διαχείριση επιμέρους ζητημάτων που προέκυπταν από την εφαρμογή της. Η περίοδος λοιπόν όπου ο συνδικαλισμός άρχιζε από την κομματική παράταξη και κατέληγε στην πόρτα του ΟΜΕΔ πέρασε χωρίς επιστροφή, πράγμα που δημιουργεί νέους όρους και προϋποθέσεις για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος σε αγωνιστική ταξική κατεύθυνση. Η υπόθεση των συλλογικών συμβάσεων πρέπει να περάσει στα χέρια των ίδιων των εργαζομένων. Αυτό δεν μπορεί να γίνει πια με όρους διαχείρισης αλλά με όρους οξυμένης ταξικής σύγκρουσης με την εργοδοσία τους μηχανισμούς της και τους πολιτικούς εκπρόσωπους της. Είναι άμεση και επιτακτική ανάγκη να υπάρξει μεγάλη πρωτοβουλία από πρωτοβάθμια σωματεία και ομοσπονδίες για το θέμα των συμβάσεων. Όμως έχει σημασία ακόμα και την ώρα της σύγκρουσης το εργατικό κίνημα να βγάζει συμπεράσματα από την πορεία του, από τις νίκες και τις ήττες του.

Στην πρώιμη εποχή του εργατικού κινήματος τα αιτήματα για νομιμοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης στους τόπους δουλειάς είχαν δεσπόζουσα θέση. Οι άθλιες συνθήκες ζωής και εργασίας, κατά τα πρώτα στάδια της εκβιομηχάνισης, προκάλεσαν πολύ νωρίς αυθόρμητες αντιδράσεις των εργατών, που εκδηλώνονταν συχνά σε βίαιες εργατικές εξεγέρσεις, που οι περισσότερες πνίγονταν στο αίμα. Μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις που συνδέονται με το λεγόμενο «κοινωνικό ζήτημα». Μέσα από αυτές τις συγκρούσεις διαμορφώθηκαν όροι και προϋποθέσεις -έπειτα από σκληρούς αγώνες- για την αναγνώριση και κατοχύρωση, έστω και σε εμβρυώδη μορφή, των πρώτων εργατικών δικαιωμάτων για την ελευθερία της συνδικαλιστικής δράσης, πρόπλασμα των όποιων μετέπειτα μεγάλων κατακτήσεων.

Σε αυτά τα πρώτα βήματά του το εργατικό κίνημα είχε να αντιμετωπίσει την καπιταλιστική βαρβαρότητα, που επιδίωκε την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσπαση απόλυτης υπεραξίας δια μέσου της επιμήκυνσης του χρόνου εργασίας, της απειλής της ανεργίας, της απλήρωτης εργασίας κλπ. Οι όροι της διαπραγμάτευσης της εργατικής δύναμης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία καθορίζονταν εξ ολοκλήρου από το κεφάλαιο. Οδηγούσαν στην εξαθλίωση την εργατική τάξη, μέχρι ακόμα και του σημείου της μη δυνατότητας αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (εργατικά ατυχήματα, ασθένειες, πρώιμο γήρας κλπ.) Μαζί με την αποστέρηση στοιχειωδών δικαιωμάτων, με διοικητικά και κατασταλτικά μέσα, όπως η απαγόρευση των συνενώσεων των εργατών, η άρνηση του δικαιώματος ψήφου, στερούν από τους εργαζόμενους κάθε δυνατότητα να αλλάξουν ή έστω να επηρεάσουν την κυριαρχία του κεφαλαίου.

Βλέπουμε ότι και στις μέρες μας όλα τα παραπάνω επαναλαμβάνονται, με διαφορετικές φυσικά μορφές, που όμως στον πυρήνα τους δεν έχουν καμιά διαφορά. Σήμερα για παράδειγμα ποιος τολμά να ζητήσει ειδικά στον ιδιωτικό τομέα υπερωρίες, ενώ η διευθέτηση του χρόνου εργασίας που επιβάλουν οι εργοδότες μονομερώς δεν αποβλέπει μόνο στην μείωση του κόστους του εργάσιμου χρόνου αλλά εμπεριέχει και κλοπή, αφού αναγκάζουν τους εργαζόμενους σε άλλες περιόδους που υπάρχει δουλειά να δουλεύουν ακόμα και πάνω από δώδεκα ώρες, νύχτες, Κυριακές και αργίες, χωρίς να πληρώνονται παραπάνω όπως ορίζουν οι συμβάσεις. Σε αυτά αν προστεθεί ότι αυξάνεται ραγδαία η απλήρωτη εργασία με ή χωρίς λουκέτα, αλλά και τα κόλπα των εργοδοτών με την υπαγωγή στο άρθρο 99, τα φέσια στα ασφαλιστικά ταμεία, την μαζική ανεργία κλπ. έχουμε την νέα εξαθλίωση της εργατικής τάξης, που μέρα με την μέρα χειροτερεύει.

Οι περικοπές στην υγεία, στα προνοιακά επιδόματα, οι αυξήσεις στις παροχές της κοινής ωφέλειας, αυξάνουν σε όλο και μεγαλύτερη έκταση την καταστροφή της εργατικής δύναμης, αφού περιορίζουν την δυνατότητα αναπαραγωγής της, οδηγώντας στην εξαθλίωση μεγάλες πια μάζες εργαζομένων. Η απειλή της ανεργίας σε συνδυασμό με την βία της επιβίωσης, η οργή, η απελπισία, αλλά και η έλλειψη ορατής πολιτικής διεξόδου δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα που ειδικά στη νέα γενιά έχει δραματικές επιπτώσεις στο πως βλέπει το εργασιακό της μέλλον οδηγώντας την σε επιλογές παραίτησης από τον αγώνα για μια θέση εργασίας (με ότι αυτό σημαίνει για την οικογένεια και το μέλλον της), ή φυγής από την χώρα.

Όμως και στον τομέα των δικαιωμάτων έχουμε σοβαρές αλλαγές. Η σύγχρονη καταστολή στους τόπους δουλειάς ξεκινά από την άρνηση της εργοδοσίας του δικαιώματος να υπάρχουν σωματεία και οποιασδήποτε μορφής συνδικαλιστική παρέμβαση και φτάνει στην ανοιχτή καταπάτηση ακόμα και αυτών των ελαχίστων προστατευτικών νόμων για την συνδικαλιστική δράση, αγνοώντας ακόμα και αυτή την αστική νομοθεσία. Οι περιπτώσεις της απόλυσης του πρόεδρου του σωματείου εργαζομένων της Aegean Airlines, είτε οι απολύσεις ιδρυτικών μελών σωματείων είναι φαινόμενα της τελευταίας διετίας.

Σε αυτές τις καραμπινάτες παρανομίες από τους μηχανισμούς της ελληνικής δικαιοσύνης δεν υπάρχει κανενός είδους παρέμβαση για την προστασία των εργαζομένων, παρά μόνο η βασανιστική διαδικασία των δικαστικών αγωγών από τους παθόντες, που κάνουν 3 και 4 χρόνια να εκδικαστούν. Σε παλιότερες εποχές αρκούσε η προσφυγή σε ασφαλιστικά μέτρα για να επαναπροσληφθεί ο εργαζόμενος. Αυτή η διαδικασία σχεδόν δεν εφαρμόζεται πότε και όλες οι υποθέσεις συνδικαλιστικών διώξεων οδηγούνται σε τακτικές δικάσιμες που είναι αβέβαιη η έκβαση τους αφού παρατηρείται τελευταία αύξηση των αποφάσεων που ευνοούν την εργοδοσία. Μέχρι τότε φυσικά στους τόπους δουλειάς των απολυμένων βασιλεύει η τρομοκρατία, η υποταγή και η σύνθλιψη κάθε φωνής που πάει να αντισταθεί. Όμως το σοβαρότερο είναι ότι ακόμα και αυτή την έστω κολοβή προστασία που παρέχει ο Ν. 1264 οι εργοδότες την καταπατούν συνειδητά, προετοιμάζοντας ίσως το έδαφος για την κατάργηση ή την τροποποίηση του 1264, που θα καταργεί ακόμα και αυτό το ελάχιστο δίχτυ προστασίας της συνδικαλιστικής δράσης. Οι απολύσεις 80 συνδικαλιστών τους τελευταίους μήνες, είναι η καλύτερη απόδειξη ότι στο συνδικαλιστικό κίνημα έχει εφαρμοστεί ένα άτυπο «ιδιώνυμο».

Μια άλλη μορφή καταστολής από την εργοδοσία είναι η οργάνωση ισχυρού εργοδοτικού μηχανισμού που χρησιμεύει στην τρομοκράτηση και τo κτύπημα της όποιας προσπάθειας για συνδικαλιστική οργάνωση γίνει. Τελευταία παρατηρούμε φαινόμενα όπου εργοδοτικό σωματείο που ίδρυσαν στελέχη εταιρίας που σε αυτό έγραψαν την μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων με εκβιασμούς και απειλές να παρευρίσκεται σε τριμερή, όπου θα συζητιόταν το θέμα απόλυσης ιδρυτικού μέλους σωματείου. Όχι φυσικά για να υποστηρίξει τον εργαζόμενο, αλλά για να δικαιολογήσει την εργοδοσία ότι «καλώς απέλυσε την εργαζόμενη γιατί δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της»! Ακόμα εμφανίζονται φαινόμενα που θυμίζουν τις συγκρούσεις εργαζομένων στην Αμερική των αρχών του προηγούμενου αιώνα με στρατολογημένους τραμπούκους από τις εταιρίες. Η περίπτωση της εταιρίας σεκιούριτι ICTS που οδήγησε 100 περίπου εργαζόμενους έξω από την επιθεώρηση εργασίας για να «διαμαρτυρηθούν» τραμπουκίζοντας τους επιθεωρητές εργασίας αλλά και σωματεία που κατήγγειλαν τις αυθαιρεσίες της εταιρίας είναι χαρακτηριστική.

Είναι άμεσο καθήκον μας απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα να ορίσουμε τις κόκκινες γραμμές που το ταξικό εργατικό κίνημα δεν θα κάνει βήμα πίσω από αυτές:

– Καμιά ανοχή σε απόλυση συνδικαλιστή ή συναδέλφου, που ασκεί το νόμιμο δικαίωμα της συνδικαλιστικής δράσης, χρησιμοποιώντας πέρα από τις νομικές διαδικασίες, τις διαμαρτυρίες και τα ψηφίσματα, τη συγκρότηση επιτροπών αγώνα, που θα οργανώνουν μαζικές διαμαρτυρίες, έξω από τις επιχειρήσεις. Μαζική παρουσία στα δικαστήρια όταν εκδικάζονται υποθέσεις απολυμένων συναδέλφων μας.

– Τσάκισμα των εργοδοτικών μηχανισμών τρομοκράτησης των εργαζομένων, όπου αυτοί υπάρχουν, με όρους φυσικά μαζικής λαϊκής πάλης, ονομαστικές καταγγελίες στο διαδίκτυο, ενημέρωση ευρύτερα της κοινωνίας για τον βρόμικο ρόλο που παίζουν απέναντι στους συναδέλφους τους.

– Δυνάμωμα της εργατικής αλληλεγγύης, ειδικά σε χώρους που προκηρύσσεται απεργία, επίσχεση κλπ, μαζικές απεργιακές φρουρές, συγκρότηση λαϊκών επιτροπών αγώνα με φορείς της περιοχής για την υπεράσπιση του αγώνα των εργαζομένων.

– Απέναντι στη νέα καταστολή που ετοιμάζεται με την απαγόρευση των διαδηλώσεων στο κέντρο της Αθήνας, πρέπει να συγκροτήσουμε άμεσα πλατιά επιτροπή αγώνα με την συμμετοχή συνδικαλιστών, διανοουμένων, φοιτητών νομικών κλπ. για την περιφρούρηση του δικαιώματος να διαδηλώνει ο λαός.

ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΝΑ ΞΑΝΑΒΡΕΙ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΤΟΥ

Από την εποχή που ο Ένγκελς γράφει το βιβλίο Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία μέχρι τις πρώτες εργατικές ενώσεις, κλιμακώνονται οι πρώτοι εργατικοί αγώνες (συχνά αιματηροί), που διευρύνουν τις εργατικές κατακτήσεις. Οι πρώτες μεγάλες συγκρούσεις διαμορφώνουν μια ριζοσπαστική και συγκρουσιακή αντίληψη απέναντι στο κεφάλαιο και στους πολικούς του εκπρόσωπους ενώ, οι εργαζόμενοι έρχονται σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες. Μέσα από αυτήν την διαπάλη ιδρύονται τα πρώτα εργατικά σοσιαλιστικά κόμματα.

Στον απόηχο της Οκτωβριανής Επανάστασης, έγινε δυνατόν το συνδικαλιστικό κίνημα να έχει σημαντικές κατακτήσεις. Το 8ωρο, η καθιέρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η εξάπλωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και ιδιαίτερα η ασφάλιση κατά της ανεργίας κλπ., είναι κατακτήσεις αυτής της περιόδου. Εκφράστηκαν και στην Ελλάδα, ίσως λίγο καθυστερημένα. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των κατακτήσεων ήταν αποτέλεσμα σκληρών ταξικών συγκρούσεων από το επαναστατικό ρεύμα του εργατικού κινήματος. Του ρεύματος που διεκδικούσε μαζί με την βελτίωση των άμεσων συνθηκών ζωής της εργατικής τάξης και την ανατροπή του καπιταλισμού. Όλα αυτά αλλάζουν με το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1929. Η συρρίκνωση της παραγωγής, η πτώση των μισθών και η μαζική ανεργία οξύνουν τις ταξικές αντιθέσεις. Δημιουργούνται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες συνθήκες επαναστατικής κατάστασης και κίνδυνοι ανατροπής των αστικών καθεστώτων.

Η αντιμετώπιση της κρίσης με το Νιου Ντιλ και τις κεϊνσιανές πολιτικές στη διάρκεια του μεσοπολέμου, απαιτούσε την θεσμοποίηση των συνδικάτων. Με το μοντέλο λοιπόν της κοινωνικής ενσωμάτωσης της μισθωτής εργασίας, που οικοδομήθηκε μεταπολεμικά με την τριμερή συνεργασία για τον έλεγχο των ταξικών συγκρούσεων, δημιουργούνται οι συνθήκες για την ηγεμονία του ρεφορμιστικού ρεύματος στο εργατικό κίνημα. Η παραίτηση από το αίτημα για υπέρβαση του καπιταλισμού και η μετατόπιση του προσανατολισμού του εργατικού κινήματος στην γραμμή των μεταρρυθμίσεων και των σταδιακών αλλαγών, που βελτίωναν την θέση του εργαζομένου εντός του συστήματος της μισθωτής εργασίας, ήταν η προϋπόθεση που άνοιξε το δρόμο για τη θεσμοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων και τη συμμετοχή τους ως «ισότιμων» κοινωνικών εταίρων, σε μορφές τριμερούς συνεργασίας κράτους, κεφαλαίου και εργασίας.

Στην δεκαετία του ΄80 η στρατηγική που διαδέχτηκε την κεϊνσιανή-σοσιαλδημοκρατική διαχείριση (ρηγκανοθατσερισμός, νεοφιλελευθερισμός, Νέα Οικονομία κλπ.) αλλάζει το τοπίο. Η εργατική τάξη αντιμετωπίστηκε με εξαιρετικά επιθετικό τρόπο. Κοινωνικά δικαιώματα -σταθερός μισθός, ωράρια εργασίας, ορισμένοι περιορισμοί στις απολύσεις, κοινωνικές παροχές ανακούφισης-περιορισμού της ανεργίας, ένα μέσο ως χαμηλό επίπεδο παροχών υγείας, παιδείας και σύνταξης, σωματεία και συλλογικές συμβάσεις κ.λπ.- είναι πλέον βαρίδια για το σύστημα. Επομένως, αυτή η εργατική τάξη, όπως ζει και δουλεύει, δεν χωρά πλέον στον καπιταλισμό της νέας εποχής, που επιζητά την καταστροφή και αναδιάρθρωση των μέχρι τώρα εργασιακών σχέσεων. Η κρίση κάνει ακόμα πιο επιθετική αυτή την τάση, δημιουργώντας συνθήκες πλήρους εξαθλίωσης για μεγάλα κομμάτια εργαζομένων (τρία εκατομμύρια κάτω από το όριο της φτώχειας κλπ.)

Με βάση την παραπάνω ζοφερή κατάσταση σε ποια βάση θα γίνει η ανασυγκρότηση του ταξικού εργατικού κινήματος που θα ανατρέψει τους συσχετισμούς, που θα δημιουργήσει την βάση για νέα αναδιάταξη των δυνάμεων του; Χρειαζόμαστε ένα εργατικό κίνημα ταξικό, αγωνιστικό, ανεξάρτητο, ενωτικό και νικηφόρο, που να υψώσει αποτελεσματική αντίσταση στην επίθεση του κεφαλαίου. Που θα προβάλει ξανά τα απελευθερωτικά οράματα της εργατικής τάξης συνδεδεμένα με την ταξική πάλη του σήμερα, με αναβαθμισμένο τον πολιτικό του ρόλο, ένα κίνημα που δεν θα παραμένει στα πλαίσια των « αγώνων του κλάδου μας» ή του να «σώσουμε ότι σώζεται». Η εργατική τάξη δεν διαμορφώνει ταξική συνείδηση και, πολύ περισσότερο, δεν ανυψώνεται σε επαναστατική τάξη όσο μένει εγκλωβισμένη στα στενά συντεχνιακά όρια των «δικών της», «καθαρά εργατικών» στόχων.

Αυτό σημαίνει πως το εργατικό κίνημα θα πρέπει να συνδεθεί και να εκφράσει τα γενικότερα λαϊκά αιτήματα και να τα σφραγίσει με το δικό του ταξικό, αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο και κατεύθυνση. Η μάχη ενάντια στα «χαράτσια» και ο τρόπος που την ενσωμάτωσαν τα σωματεία είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η εργατική τάξη παίζει τον πολιτικό της ρόλο μόνο στο βαθμό που γίνεται τάξη για όλο το λαό, με την έννοια ότι οι οργανώσεις της παίρνουν θέση, προβάλλουν λύσεις, αγωνίζονται για ανατροπές στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων. Πολιτικός αγώνας του εργατικού κινήματος δεν σημαίνει μόνο «πολιτικοποίηση των οικονομικών αγώνων των εργατών», αυτό είναι απλώς μαχητικός ρεφορμισμός ή αναρχοσυνδικαλισμός.

Μέσα σε αυτές τις απαγορευτικές συνθήκες για εργατικές διεκδικήσεις χρειάζεται να προβληθεί από το ταξικό εργατικό κίνημα ένα πλαίσιο στόχων -πέρα φυσικά από τους κυρίαρχους στόχους για την ανατροπή της κυβέρνησης, έξοδος από ΕΕ-ευρώ, διαγραφή του χρέους κλπ.-, όπως: 35ωρο, κατώτερο εγγυημένο εισόδημα, αύξηση των εργοδοτικών εισφορών για το ασφαλιστικό, απαγόρευση απολύσεων, εθνικοποίηση στρατηγικών τομέων, αυτοδιαχείριση επιχειρήσεων που κλείνουν, περιορισμός της τοκογλυφίας των τραπεζών, φορολόγηση των χρηματιστηριακών κερδών και των κερδοσκοπικών ροών κεφαλαίων, δέσμευση των κινητών ή ακίνητων περιουσιακών στοιχείων (προσωπικών ή άλλων εταιριών) του ιδιοκτήτη της εταιρίας που πτωχεύει για να καλυφθούν οι αποζημιώσεις και τα επιδόματα ανεργίας των απολυμένων. Το πρόγραμμα αυτό πρέπει να συμβάλει στην δημιουργία του ενιαίου εργατικού μετώπου, που θα είναι πεδίο για την οικοδόμηση ενός εργατικού-λαϊκού αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής της επίθεσης, που θα στηρίζεται στην ταξική ενότητα των εργαζομένων, στην κοινωνική συμμαχία τους με τα άλλα λαϊκά στρώματα, στη σύγκλιση όλων των αντιστάσεων αλλά και στην κοινή δράση της Αριστεράς, που θα ανοίγει τον δρόμο για την αντικαπιταλιστική ανατροπή.

Η ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος είναι όρος και προϋπόθεση για να προχωρήσουν τα παραπάνω. Η έτσι και αλλιώς ξεπερασμένη δομή του συνδικαλιστικού κινήματος με τους γνωστούς διαχωρισμούς των εργαζομένων σε δημόσιους ιδιωτικούς, τον απίστευτο κατακερματισμό κλάδων, σωματείων κλπ., κατανοείται πλέον από τους εργαζόμενους, μέσα από την πείρα τους, ότι είναι παντελώς άχρηστη και αναποτελεσματική. Οι συντονισμοί πρωτοβάθμιων σωματείων που επιχειρούνται, είτε σε κλαδικό, είτε σε γεωγραφικό επίπεδο παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα που έχουν, είναι η βάση που πρέπει να πατήσουμε για να ανατρέψουμε συσχετισμούς και να δώσουμε περιεχόμενο σε ένα πολιτικό εργατικό κίνημα που θα μπορεί να νικήσει.

αναδημοσίεση από iskra.gr

ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΝΕΟ ΕΘΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΣΟΥΝ ΤΙΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ

ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΟΛΟΓΙΑ

Όλο και περισσότεροι πολίτεςπροβληματίζονται πλέον με τηνπαρουσία της χώρας μας στο ευρώ.Αυτός ο προβληματισμός τείνει να γίνει κυρίαρχος.

Σήμερα όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αρχίζουν να κατανοούν ότι η έξοδος από το ευρώ, στο πλαίσιοσυνολικής αμφισβήτησης της Ε.Ε. και μιας νέας προοδευτικής πορείας, ίσως να είναι αναντικατάστατη προϋπόθεση διεξόδου από την κρίση.

Την ώρα, όμως, που προσεγγίζουν αυτήν την κατεύθυνση, την ίδια ώρα αμφιβάλλουν, διστάζουν και φοβούνται.

ΟΙ ΦΟΒΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩ!

Οι φόβοι των πολιτών για ενδεχόμενη έξοδο από το ευρώ, που μεταφράζονται σε αγωνιώδη ερωτήματα, είναι πολλοί και επιτείνονται από την καταστροφολογία των κυρίαρχων κύκλων, συχνά και δυνάμεων της Αριστεράς.

Συγκεκριμένα, σε περίπτωση εξόδου από το ευρώ, οι πολίτες φοβούνται για πολλά και ειδικότερα για τις καταθέσεις, τους μισθούς και τις συντάξεις τους.

Οι φόβοι αυτοί είναι αβάσιμοι, πράγμα που μπορεί να επιχειρηματολογηθεί μόνο και μόνο από το γεγονός ότι πάρα πολλές χώρες της Ευρώπης έχουν εθνικό νόμισμα, ακόμα και χώρες της Ε.Ε.,χωρίς αυτό να σημαίνει καταστροφή.

Αντίθετα, όλες αυτές οι χώρες, ακόμα και πιο αδύναμες οικονομικά από την Ελλάδα, παρ’ ότι ακολουθούν νεοφιλελεύθερες, σε γενικές γραμμές, επιλογές, διανύουν την κρίση με αρκετά ηπιότερες συνέπειες από ότι η χώρα μας ή χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης.

Κι αυτό για να μην αναφερθούμε στην προ ευρώ Ελλάδα, η οποία ακολουθούσε τις συνταγές του νεοφιλελεύθερισμού με νόμισμα τότε τη δραχμή. Σε αυτή την Ελλάδα δεν είχαν εξανεμισθεί οι καταθέσεις, ούτε οι μισθοί και οι συντάξεις.

Αντίθετα, στην τότε Ελλάδα της δραχμής, παρ’ ότι νεοφιλελεύθερη, μάλλον συγκρατούνταν οι λαϊκές αποταμιεύσεις, οι μισθοί, τα εισοδήματα και η κατανάλωση, ενώ στη νεοφιλελεύθερη Ελλάδα του ευρώ αυτό συνέβαινε, στο βαθμό που συνέβαινε, χάρις στον ποταμό των δανείων ιδιωτών και δημοσίου. Δάνεια από ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο επεκτάθηκε ληστρικά και ταχύταταχάρις στο «σκληρό ευρώ» και τα χαμηλά επιτόκια του τελευταίου. Αυτά, όμως, ήταν που προσέδωσανεφιαλτικές διαστάσεις στην ελληνική κρίση.

Κάνοντας αυτές τις επισημάνσεις, καθόλου δεν σημαίνει ότι το δίλημμά μας είναι αν ο νεοφιλελεύθερος ελληνικός καπιταλισμός θα είναι μέσα ή έξω από το ευρώ.

Κάθε άλλο! Ο νεοφιλελευθερισμός και ο καπιταλισμός είναι σε κάθε περίπτωση βλαπτικοί για τη χώρα.

Η δική μας πρόταση για έξοδο από το ευρώ συνδέεται με μια νέα προοδευτική πορεία και με μια εθνικά ανεξάρτητη και δημοκρατική Ελλάδα.

ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΟΙ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ;

Τι θα γίνουν, λοιπόν, οι καταθέσεις των πολιτών στο πλαίσιο της δικής μας πρότασης για έξοδο από το ευρώ;

Η έξοδος από το ευρώ κατ’ αρχήν πρέπει να πούμε ότι συνδέεται, κατά πάσα πιθανότητα, με τη «στάση πληρωμών», δηλαδή τη διακοπή αποπληρωμής του χρέους. Και συνδέεται, τόσο γιατί το υπέρογκο χρέος είναι άδικο και μη βιώσιμο και επομένως, έτσι κι αλλοιώς δεν μπορεί να αποπληρωθεί  όσο και από το γεγονός ότι ένα εξωτερικό χρέος σε ευρώ, θα εκτιναχθεί στα ύψη σε σχέση με το νέο εθνικό νόμισμα. Επομένως, η διακοπή αποπληρωμής του χρέους, με στόχο τη διαγραφή του συντριπτικά μεγαλύτερου, τουλάχιστον, μέρους του, είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα της εξόδου από το ευρώ για μια νέα πολιτική διεξόδου από την κρίση.

Και οι δύο αυτές κινήσεις, έξοδος από το ευρώ και «στάση πληρωμών» είτε «στάση πληρωμών» και έξοδος από το ευρώ, είναι αλληλένδετες θα συνοδευτούν, σχεδόν, «αναγκαστικά» και από άλλα δύο μέτρα:

ΕΘΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ – ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ!

Πρώτον, την εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση των τραπεζών και δεύτερον την υποτίμηση του νέου εθνικού νομίσματος.

Και τα δύο αυτά μέτρα είναι απαραίτητα για την απολύτως αναγκαία ανακεφαλοποίηση από το δημόσιο, με το νέο εθνικό νόμισμα, των τραπεζών και τη συνολική στήριξή τους, προκειμένου να ασκηθεί μια νέα χαμηλότοκη χρηματοπιστωτική πολιτική ανάπτυξης, παραγωγικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης.

Είναι απαραίτητα, επίσης, ιδιαίτερα σε πρώτη φάση, η υποτίμηση, για την τόνωση του εγχώριου δυναμικού και ειδικότερα των εξαγωγών και επομένως της απασχόλησης.

Αυτή η τετράδα μέτρων: στάση πληρωμών, έξοδος από το ευρώ, εθνικοποίηση των τραπεζών, γενναία υποτίμηση του νέου εθνικού νομίσματος, είναι βέβαιον ότι θα προσφέρουν ισχυρές ανάσες και ένα νέο αέρα ανεξαρτησίας στη χώρα και την οικονομία, που μπορεί να αξιοποιηθεί για τη διαμόρφωση μιας νέας προοδευτικής πορείας διεξόδου από την κρίση και ελπιδοφόρας προοπτικής.

ΟΙ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΚΙΝΔΥΝΕΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗ ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗ ΛΕΗΛΑΣΙΑ!

Οι καταθέσεις, τώρα, των πολιτών και των επιχειρήσεων στις τράπεζες, όχι μόνο δεν πρόκειται να υποστούν την παραμικρή απώλεια εξαιτίας όλων των παραπάνω και ειδικότερα από την έξοδο από το ευρώ αλλά και θα διαφυλαχθούν απολύτως, ως εθνικό κεφάλαιοαπό τη φθορά και τη βέβαιη απομείωση και απώλειά τους.

Και αυτή η βέβαιη φθορά, απομείωση και απώλεια των καταθέσεων θα επισυμβεί , όπως έχει ήδη αρχίσει να συμβαίνει, αν συνεχιστεί η σημερινή ατελείωτη τροϊκανή-μνημονιακή λεηλασία, που οδηγεί τη χώρα είτε σε «συντεταγμένη», υπό την κηδεμονία της ΕΕ, χρεοκοπία είτε σε ανεξέλεγκτη χρεοκοπία. Γιατί, είτε με «συντεταγμένη» είτε με «ανεξέλεγκτη» χρεοκοπία οι καταθέσεις, για διαφορετικούς λόγους σε κάθε περίπτωση, θα εξανεμιστούν, πέραν από τον κίνδυνο που ανά πάσα στιγμή διατρέχουν στις παρούσες συνθήκες από ένα αιφνίδιο »πανικό» των καταθετών!

Στην περίπτωση εξόδου από το ευρώ οι καταθέσεις θα μετατραπούν αυτομάτως σε ισόποσα ισοδύναμα του νέου νομίσματος, ανάλογα με την ισοτιμία ανταλλαγής που θα επιλεγεί, ενώ τα υπάρχοντα κυκλοφορούντα ευρώ, που θα ανταλλαγούν, θα μεταφερθούν στη νέα  Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδας, ως συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας.

Αν το νέο νόμισμα, ας πούμε η νέα δραχμή, είναι π.χ. το ½ του ευρώ, τότε μια κατάθεση 1.000 ευρώ θα ισοδυναμεί και θα ανταλλαχθεί με 2.000 νέες δραχμές. Αυτές οι καταθέσεις θα είναι απολύτως ασφαλείς από τις ανακεφαλαιοποιημένες από το δημόσιο τράπεζες και απολύτως εγγυημένες,ανεξαρτήτως μεγέθους, από το κράτος, όπως άλλωστε ίσχυε και στην προ ευρώ περίοδο.

ΑΒΑΣΙΜΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ

Σε αυτή την περίπτωση προβάλλονται οι εξής ανησυχίες για τις καταθέσεις:

Πρώτη ανησυχία είναι ότι η υποτίμηση θα υποβαθμίσει την αγοραστική αξία του νέου νομίσματος στο εξωτερικό και δεύτερη ανησυχία είναι ότι το νέο νόμισμα θα χάσει την αξία του  στο εσωτερικό,εξαιτίας του πληθωρισμού που ενδεχομένως να επέλθει, λόγω της αύξησης των τιμών των εισαγόμενων προϊόντων.

Πράγματι, η μεγάλη υποτίμηση του νέου εθνικού νομίσματος θα επιφέρει σημαντική αύξηση στις τιμές των εισαγόμενων προϊόντων, αύξηση η οποία δεν είναι εν γένει ανεπιθύμητη, αφού θα ενισχύσει τα εγχώρια προϊόντα, την εγχώρια οικονομική βάση και την απασχόληση.

Ο πληθωρισμός που θα επέλθει λόγω της αύξησης των τιμών των εισαγόμενων προϊόντων, μπορεί να χαλιναγωγηθεί σε πολύ λογικά επίπεδα, αν μια προοδευτική κυβέρνηση επιβάλλει ένα ουσιαστικό και αυστηρό έλεγχο των τιμών, που θα πλήξει την αισχροκέρδεια και τα καρτέλ, τα οποία ενδημούν στην ελληνική αγορά.

Τέλος, πράγματι η αγοραστική δύναμη του νέου εθνικού νομίσματος θα πέσει, λόγω υποτίμησης, στις αγορές του εξωτερικού, αλλά ας μην παραβλέψουμε το γεγονός ότι θα συμβεί και το αντίστροφο: δηλαδή θα φτηνύνουν αρκετά τα εγχώρια προϊόντα και υπηρεσίες για τουςεπισκέπτες από το εξωτερικό, πράγμα που θα ενισχύσει το τουριστικό ρεύμα προς τη χώρα μας.

ΘΑ ΑΓΟΡΑΣΟΥΝ ΤΗ ΧΩΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ;

Να σημειώσουμε, ακόμα, ότι ο κίνδυνος, -που πολλοί επισείουν- πως θα έλθουν από το εξωτερικό,ακόμα και συμπατριώτες μας «αετονύχηδες» που έστειλαν έξω τις καταθέσεις τους, κεφάλαια για νααγοράσουν «κοψοχρονιά» τη χώρα, μπορεί να αντιμετωπιστεί.

Διότι το πρώτο που πρέπει να κάνει μια προοδευτική κυβέρνηση με την έξοδο από το ευρώ και την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, είναι να επιβάλλει, σε πρώτη, τουλάχιστον, φάση, αυστηρό έλεγχο στην κίνηση των κεφαλαίων, ώστε να υποβοηθήσει  νέες εθνικά συμφέρουσες τεχνολογικές και παραγωγικές επενδύσεις από το εξωτερικό και να αποτρέψει προερχόμενες από τα έξω κερδοσκοπικές αγορές και κερδοσκοπικές κινήσεις κεφαλαίων.

ΜΙΑ ΝΕΑ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Φυσικά, δεν θεωρούμε ότι με τα ως άνω καλύψαμε την σχετική θεματολογία αλλά νομίζουμε ότι δώσαμε μια πρώτη ιδέα απαντήσεων απέναντι στην κινδυνολογία και καταστροφολογία που διασπείρεται για την έξοδο από το ευρώ και τις καταθέσεις.

Σε επόμενο σημείωμά μας θα αντικρούσουμε τη μυθολογία ότι, τάχα, με την έξοδο από το ευρώ διατρέχουν κίνδυνο οι μισθοί και οι συντάξεις.

Αν υπάρχει ένας τρόπος για να μην καταρρεύσουν τελείως και απολύτως μισθοί και συντάξεις, αντίθετα, για να στηριχτούν και να γνωρίσουν σταδιακή αναβάθμιση, τότε αυτός είναι να ακολουθήσει η χώρα το δρόμο της στάσης πληρωμών και της  εξόδου από το ευρώ, στην κατεύθυνση μιας νέας ριζοσπαστικής προοδευτικής πολιτικής!